ΟΛΗ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΟΒΙΟΤΙΚΑ


Εκατομμύρια είναι οι μικροοργανισμοί που συμβιώνουν μαζί με εμάς στον οργανισμό μας. Ένας τεράστιος αριθμός αυτών εντοπίζεται στο λεπτό και το παχύ έντερο, αποτελώντας την εντερική μικροχλωρίδα. Η εντερική μικροχλωρίδα διαμορφώνεται κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων της ζωής του ανθρώπου και επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες, όπως τη διατροφή, τις συνθήκες υγιεινής, τη λήψη αντιβιοτικών φαρμάκων, καθώς επίσης και τη γεωγραφική περιοχή και τον τρόπο τοκετού, δηλαδή φυσιολογικός ή καισαρική τομή.

Οι μικροοργανισμοί, αυτοί, κατέχουν μία πολύ σημαντική θέση στην επιβίωση του οργανισμού, αφού συμμετέχουν σε διάφορες ζωτικές λειτουργίες, όπως την πέψη, τη σύνθεση βιταμινών και την άμυνα. Διατάραξη στην ισορροπία της εντερικής μικροχλωρίδας μπορεί να επέλθει σε διάφορα νοσήματα, ή ακόμα, να αποτελεί και αιτία αυτών. Για την αποκατάσταση της ισορροπίας, τρόφιμα ή διατροφικά συμπληρώματα που περιέχουν προβιοτικά ή πρεβιοτικά μπορεί να φανούν ιδιαίτερα αποτελεσματικά.

Τα προβιοτικά είναι μη παθογόνοι μικροοργανισμοί που απαντώνται σε εκείνα τα τρόφιμα που προέρχονται από ζύμωση, όπως κάποια γαλακτοκομικά (γιαούρτι και ορισμένα είδη γάλακτος). Πρεβιοτικά είναι ορισμένα είδη υδατανθράκων, τα οποία δεν μπορούν να διασπαστούν με τα ένζυμα που διαθέτει ο οργανισμός. Έτσι, φτάνουν ακέραια στο έντερο και εκεί αποτελούν τροφή για τους ήδη υπάρχοντες μικροοργανισμούς, ευνοώντας την ανάπτυξή τους. Τέτοια τρόφιμα είναι τα δημητριακά ολικής άλεσης, η μπανάνα, το μέλι, το κρεμμύδι, το σκόρδο και οι αγκινάρες. 

Τα τελευταία χρόνια, τα προβιοτικά έχουν προσελκύσει το ενδιαφέρον πολλών ερευνητών. Μία πληθώρα μελετών έχει διεξαχθεί για να προσδιοριστούν οι ευεγερτικές δράσεις τους για την υγεία του ανθρώπου και τη συμβολή τους στην πρόληψη ή θεραπεία ορισμένων νόσων. Μέχρι στιγμής, τα αποτελέσματα φαίνεται να είναι αρκετά ενθαρρυντικά, ενώ οι επιπλοκές τους περιορίζονται μόνο σε ένα μικρό μέρος του πληθυσμού.

 ΑΝΟΣΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

 Πολλές μελέτες δείχνουν ότι η πρόσληψη προβιοτικών είναι αποτελεσματική στην πρόληψη και την αντιμετώπιση της διάρροιας που οφείλεται σε προσβολή από παθογόνους μικροοργανισμούς. Η δράση τους αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι η κατανάλωσή τους ευνοεί την αποκατάσταση της ισορροπίας της εντερικής μικροχλωρίδας. Επίσης, η πρόσληψη προβιοτικών από το στόμα φαίνεται να προστατεύει από λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος, πιθανώς ενισχύοντας τη δράση του ανοσοποιητικού συστήματος. 


Σημαντικός είναι ο ρόλος τους και στις αλλεργίες. Κατά τη βρεφική ηλικία, η εμφάνιση τροφικών αλλεργιών, είναι πολύ συχνό φαινόμενο. Η λήψη προβιοτικών και πρεβιοτικών κατά την περίοδο αυτή, φαίνεται να μειώνει αισθητά τον κίνδυνο εμφάνισης αλλεργικών αντιδράσεων και ατοπικής δερματίτιδας.



ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ


 Το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου αποτελεί μία συχνή διαταραχή του γαστρεντερικού σωλήνα, που συνοδεύεται από κοιλιακούς πόνους, διάρροιες ή δυσκοιλιότητα και γενικότερες διαταραχές στην πέψη. Σε αρκετές μελέτες, έχει φανεί ότι το σύνδρομο συνοδεύεται και από διαταραχή στην εντερική μικροχλωρίδα, η οποία μπορεί να βελτιωθεί με τη χρήση προβιοτικών. Κατά συνέπεια, τα συμπτώματα που αναφέρθηκαν ελαχιστοποιούνται. Ισχυρές ενδείξεις υπάρχουν, επίσης, και για τη χρήση συμπληρωμάτων προβιοτικών ως μέρος της θεραπείας της ελκώδους κολίτιδας και της νόσου του Crohn.


 Όσον αφορά τη διάρροια λόγω της χρήσης αντιβιοτικών φαρμάκων, τα προβιοτικά μπορούν να συμβάλλουν στην πρόληψη και τη θεραπεία, διατηρώντας την ισορροπία της εντερικής μικροχλωρίδας. Για το λόγο αυτό, συχνά συστήνεται η κατανάλωση γιαουρτιών παράλληλα με την αντιμικροβιακή αγωγή.

 ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΗ ΔΡΑΣΗ

 Προστατευτικό ρόλο φαίνεται να έχουν τα προβιοτικά και τα πρεβιοτικά, ακόμα, και κατά του καρκίνου. Αρκετές μελέτες σε ανθρώπους έχουν δείξει ότι η συμπληρωματική τους χρήση προστατεύει από την εμφάνιση καρκίνου του παχέος εντέρου και της ουροδόχου κύστης. Διάφοροι μηχανισμοί έχουν προταθεί ότι εξηγούν τον αντικαρκινική τους δράση, ωστόσο, δεν έχει προσδιοριστεί, ακόμα, με ακρίβεια. Κάποιοι από αυτούς είναι η ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος και η μείωση της παραγωγής καρκινογόνων και μεταλλαξογόνων παραγόντων (π.χ. αφλατοξίνες), μεταβάλλοντας τον αριθμό και το είδος των βακτηρίων απ’ τα οποία παράγονται.

ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

Η συχνή χρήση προβιοτικών φαίνεται ότι είναι αρκετά ασφαλής, ακόμα και σε παιδιά και βρέφη. Ωστόσο, το γεγονός ότι πρόκειται για ζωντανούς μικροοργανισμούς, αν και είναι μη παθογόνοι, μπορεί να τα καθιστά επικίνδυνα για ασθενείς ανοσοκατεσταλμένους, στους οποίους η λειτουργία του ανοσοποιητικού τους συστήματος βρίσκεται σε καταστολή και, κατά συνέπεια, είναι ευάλωτοι σε λοιμώξεις. Η ανοσοκαταστολή μπορεί να είναι είτε πρωτογενής, είτε δευτερογενής ή αλλιώς, επίκτητη. Πρωτογενής είναι όταν έχει κληρονομικό υπόβαθρο και γίνεται εμφανής από την παιδική ηλικία. Δευτερογενής θεωρείται όταν είναι αποτέλεσμα κάποιων άλλων καταστάσεων, όπως χημειοθεραπείες, μεταμόσχευση οργάνου και προσβολή από ιό (HIV). Στις περιπτώσεις αυτές, τρόφιμα πλούσια σε προβιοτικά, και ιδιαίτερα, τα συμπληρώματα, θα πρέπει να αποφεύγονται.

Συμπερασματικά, ιδιαίτερα ενθαρρυντικά είναι τα αποτελέσματα πολλών ερευνών, όσον αφορά τη χρήση προβιοτικών και πρεβιοτικών στην πρόληψη και την αντιμετώπιση ποικίλων νοσημάτων. Η ευεργετική τους δράση φαίνεται να περισσότερο εμφανής σε δυσλειτουργίες του γαστρεντερικού συστήματος και στην ενίσχυση της άμυνας του οργανισμού, ενώ λιγότερο μελετημένη είναι η αντικαρκινική τους δράση. Τέλος, σε υγιείς ανθρώπους δεν διακρίνονται κάποιες επιπλοκές. Αντίθετα, όμως, η χρήση τους θα πρέπει να είναι περιορισμένη σε άτομα με κατασταλμένο ανοσοποιητικό σύστημα.